- ἀνδραγαθία
- -ας ἡ N 1 0-0-0-1-6=7 Est 10,2; 1 Mc 5,56; 8,2; 9,22; 10,15bravery, manly virtue, heroism Est 10,2; ἀνδραγαθίαι manly acts 1 Mc 5,56
Lust (λαγνεία). 2014.
Lust (λαγνεία). 2014.
ἀνδραγαθία — ἀνδραγαθίᾱ , ἀνδραγαθία bravery fem nom/voc/acc dual ἀνδραγαθίᾱ , ἀνδραγαθία bravery fem nom/voc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνδραγαθίᾳ — ἀνδραγαθίαι , ἀνδραγαθία bravery fem nom/voc pl ἀνδραγαθίᾱͅ , ἀνδραγαθία bravery fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ανδραγαθία — η (AM ἀνδραγαθία) γενναιότητα, παληκαριά, ηρωισμός νεοελλ. μσν. ανδραγάθημα, κατόρθωμα αρχ. γενναιότητα και τιμιότητα μαζί, ο χαρακτήρας του τέλειου άντρα … Dictionary of Greek
ανδραγαθία — η 1. παλικαριά: Προβιβάστηκε για ανδραγαθία. 2. ηρωικό κατόρθωμα: Οι περισσότερες από τις ανδραγαθίες του ήταν φανταστικές … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
ἀνδραγαθίας — ἀνδραγαθίᾱς , ἀνδραγαθία bravery fem acc pl ἀνδραγαθίᾱς , ἀνδραγαθία bravery fem gen sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνδραγαθίαι — ἀνδραγαθία bravery fem nom/voc pl ἀνδραγαθίᾱͅ , ἀνδραγαθία bravery fem dat sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνδραγαθίαν — ἀνδραγαθίᾱν , ἀνδραγαθία bravery fem acc sg (attic doric aeolic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνδραγαθιῶν — ἀνδραγαθία bravery fem gen pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνδραγαθίαις — ἀνδραγαθία bravery fem dat pl … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνδραγαθίη — ἀνδραγαθία bravery fem nom/voc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἀνδραγαθίην — ἀνδραγαθία bravery fem acc sg (epic ionic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)